Ροζίτα Σώκου: Η μεγάλη κυρία της κριτικής πήρε μαζί της μια ολόκληρη εποχή του Τύπου και της διατύπωσης άποψης

Ροζίτα Σώκου: Γνωρίσαμε τη Ροζίτα Σώκου, από κοντά, στα πρώτα μας Φεστιβάλ Καννών. Εκείνη ερχόταν ως προσκεκλημένη του Φεστιβάλ, μια τιμή που γίνεται σε ελάχιστους επαγγελματίες απ’ όλον τον κόσμο, ενθουσιώδης αλλά και ήρεμη, τα είχε ξαναδεί όλ’ αυτά τόσες φορές.

Oι ιστορίες που μας διηγούνταν μένουν αξέχαστες: μια φορά, σε μια διοργάνωση των Καννών, ένας πρώιμος δημοσιολόγος την πίεζε να κάνει συνέντευξη μ’ έναν πρωτοεμφανιζόμενο Αμερικανό ηθοποιό. Η Ροζίτα ήθελε να το αποφύγει, θα της κόστιζε χρόνο από ταινίες που θα μπορούσε να δει. «Κάν’ το,» της είπε ο δημοσιολόγος, «αυτός θα γίνει σπουδαίος». Κι έτσι γνώρισε η Ροζίτα τον Μάρλον Μπράντο.

Τα κείμενά της τα διαβάζαμε ανελλιπώς στην Καθημερινή, απολαμβάνοντας τα κουτσομπιλιά της, την αυθάδειά της, το προσωπικό στιλ της, την ένταση της γνώμης της. Παράλληλα, η Ροζίτα (κανείς δεν έχει απορία σε ποιον αναφέρεσαι αν χρησιμοποιείς μόνο το μικρό της όνομα), έγινε μια από τις πρώτες… celebrity κριτικούς, ως επιτροπή του «Να η Ευκαιρία», για όσους μεγάλωναν το ’70 – ’80. Ένας άνθρωπος με καλλιέργεια σπουδαία, αλλά και δύναμη φεμινιστική χωρίς να της φορά ετικέτα, η Ροζίτα Σώκου έφυγε στα 98 της χρόνια, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, θύμα του κορονωϊού, μετά από λιγοήμερη νοσηλεία.

Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1923 στην Πλάκα της Αθήνας και μεγάλωσε στο Ψυχικό. Ήταν κόρη του δημοσιογράφου, θεατρικού συγγραφέα και εκδότη Γεωργίου Σώκου και της Τιτίκας Μιχαηλίδου, με καταγωγή από τη Σμύρνη. Μόλις ολοκλήρωσε το σχολείο, έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Άφησε τη σχολή μόλις γνώρισε τον Γιάννη Τσαρούχη και ίδρυσε μαζί του έναν ερασιτεχνικό όμιλο. Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής παρακολουθούσε μαθήματα στη θεατρική σχολή του Βασίλη Ρώτα. Μετά την απελευθέρωση πήγε στην Αγγλία, όπου παρακολούθησε έναν θερινό κύκλο μαθημάτων με θέμα τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα στο κολλέγιο Lady Margaret Hall του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Υπήρξε μια από τις πρώτες Ελληνίδες γυναίκες δημοσιογράφους. Άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με την κινηματογραφική κριτική το 1946. Εργάστηκε στο περιοδικό Χόλλυγουντ, στις εφημερίδες Οι καιροί (1948-1950), Ανεξαρτησία (1949), Βραδυνή (1949-1955) και συγχρόνως στην Athens News (1952-1980). Το 1953 η Ελένη Βλάχου, που ως τότε έγραφε η ίδια την κινηματογραφική κριτική της Καθημερινής, της παρέδωσε τη στήλη, την οποία η Σώκου διατήρησε για αρκετά χρόνια, συνεργαζόμενη και με τα περιοδικά Εκλογή και Εικόνες.

Μετά το πραξικόπημα του 1967, η Ελένη Βλάχου έκλεισε την Καθημερινή φεύγοντας στο εξωτερικό και η Ροζίτα Σώκου αποτέλεσε το ένα από τα δύο στελέχη της εφημερίδας που αρνήθηκαν να υπογράψουν τη συλλογική μήνυση κατά της Βλάχου. Για την άρνησή της αυτή, η Σώκου πέρασε από πειθαρχικό συμβούλιο, όπου απειλήθηκε με διαγραφή από την ΕΣΗΕΑ. Στη συνέχεια συνεργάστηκε στη δημιουργία του περιοδικού του Γιάννη Πουρνάρα, Επίκαιρα, καθώς και στο Πρώτο. Το 1968 πήγε για λογαριασμό του τελευταίου σε αποστολή στη Σοβιετική Ένωση και στο Χόλιγουντ.

Από το 1969 έως το 2005 διήρκεσε η συνεργασία της με την εφημερίδα Ακρόπολη. Από το 1970 προστέθηκε και η Απογευματινή. Έγραφε κριτική κινηματογράφου, θεάτρου, χορού. Διατηρούσε διάφορες προσωπικές σελίδες με χρονογραφήματα, πορτρέτα καλλιτεχνών ή αναμνήσεις, καθώς και ανταποκρίσεις από κινηματογραφικά και θεατρικά φεστιβάλ. Με τα κείμενά της δεν αμελούσε ποτέ να βοηθήσει ταλαντούχους δημιουργούς που θεωρούσε ότι αδικούνταν από τον χώρο ή την εποχή τους. Σε σειρές άρθρων συχνά καταπιανόταν με τολμηρά για τη δεκαετία του ’70 θέματα, όπως η ομοφυλοφιλία.

Όταν η Καθημερινή ξανάρχισε την κυκλοφορία της, η Σώκου έγραφε έως το 1987 στο κυριακάτικο φύλλο με το ψευδώνυμο Ειρήνη Σταύρου. Για ένα διάστημα έγραφε στο Έθνος της Κυριακής και στον Κόσμο του Επενδυτή. Επί χρόνια διατηρούσε σελίδα στο περιοδικό Παιδί και Νέοι γονείς. Από το 1984 έως το 2006 ανέλαβε μια σελίδα στο εβδομαδιαίο περιοδικό Τηλέραμα, όπου προσπαθούσε να δώσει λύσεις στα προβλήματα που της έθεταν οι αναγνώστες.

Ξέρω τι είναι Τέχνη γιατί μου δημιουργεί μια μαγεία. Αυτό είναι το κριτήριό μου. Σπουδές στην κριτική κινηματογράφου δεν έκανα ποτέ. Αλλά όταν προχωράει μια ταινία και εκείνη την ώρα νιώθω μια ζέστη στο στομάχι, μια ζέστη που ανεβαίνει και θέλω, όλοι οι άνθρωποι που αγαπώ, να είναι μαζί μου, ε… τότε καταλαβαίνω πως ένα έργο είναι καλό»

Είχε τη δική της εκπομπή στο ραδιόφωνο, με συνεντεύξεις διάσημων και άσημων που μιλούσαν για τα θετικά και τα αρνητικά του επαγγέλματός τους. Είχε ακόμα μία εκπομπή ποικίλης ύλης μαζί με τον Κώστα Φέρρη με τίτλο «Λίθοι και Κέραμοι». Στην τηλεόραση έγινε γνωστή με την εκπομπή ταλέντων «Να η Ευκαιρία», που σημείωσε μεγάλη τηλεθέαση (1977-1983), ως μέλος της κριτικής επιτροπής. Το 1992-1993 είχε εκπομπή στο Νew Channel με τίτλο «Οι επισκέπτες της νύχτας». Υποδεχόταν προσωπικούς φίλους, επώνυμους και ανώνυμους, για μια απρογραμμάτιστη κουβεντούλα στο σαλόνι του σπιτιού της.

Βασισμένη στην εξαιρετική της γνώση των αγγλικών, γαλλικών και ιταλικών, μετέφρασε βιβλία αλλά και τη σειρά Κόρτο Μαλτέζε του Ούγκο Πρατ. Έχει μεταφράσει, επιμεληθεί και συμπληρώσει το δίτομο έργο «Κινηματογράφος» του εκδοτικού οίκου Πάπυρος-Λαρούς. Το 1974 άρχισε η ενασχόλησή της με το θέατρο, ξεκινώντας με «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Γουάιλντ και διασκευάζοντας το έργο «Λεντς» για το Θέατρο Έρευνας του Δημήτρη Ποταμίτη.

Αργότερα μετέφρασε τα έργα: «Σοκ» του Σαμ Σέπαρντ και «Με Θέα τη Θάλασσα» του Εντουαρντ Άλμπι, που ανέβηκαν το 1995 και 1996 αντίστοιχα στο θέατρο του Γιώργου Μεσσάλα. Συνεργάστηκε με την κόρη της στη μετάφραση του έργου «Συγκομιδή» της Μάντζουλα Παντμανάμπαν, που πήρε το 1998 το πρώτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Θεάτρου του Ιδρύματος Α. Ωνάση και της «Ιεζάβελ» του Ζαν Ανούιγ, που ανέβασε ο θίασος Τζένης Ρουσσέα το 1999. Το 1999-2000 ξαναπαρουσιάστηκε το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», αυτή τη φορά από τον θίασο του Στράτου Τζώρτζογλου.

Έχει γράψει και δημοσιεύσει μονογραφίες για πρωταγωνιστές στο χώρο της τέχνης: «Νουρέγεφ» (1983), Αναστάσιος (1985), «Νουρέγεφ – Οπως τον Γνώρισα» (2003), «Ο Μάριος κι Εγώ» (2005). Επίσης το θεατρικό έργο «Quai Voltaire» (1991), εμπνευσμένο από τη ζωή της στο Παρίσι κοντά στον Ρούντολφ Νουρέγιεφ. Το 2014 άρχισε να ετοιμάζει, σε συνεργασία με την κόρη της, την αυτοβιογραφία της με τίτλο «Ο Αιώνας της Ροζίτας», που κυκλοφόρησε το 2017 από την Οδό Πανός.

Από το γάμο της με τον Ιταλό δημοσιογράφο Μάνλιο Μαραντέι απέκτησε την κόρη της Ιρένε. Είχε δύο εγγόνια, τον Τανκρέντι-Εμίλιο (1993) και τη Λαβίνια-Φαρίντα (1997).

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here