Νέα δεδομένα για ευρωτράπεζες και ομόλογα

Οι «αντιπαθείς» τραπεζικές μετοχές της Ευρώπης απόλαυσαν μια σπάνια ανάπαυλα τον Ιανουάριο μετά από ένα «καυτό» 2018. Καθώς, όμως, τα κέρδη του μήνα δεν ξέφτισαν την Πέμπτη, ο Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δεν προσέφερε έξτρα καύσιμα στο ράλι.

Στην πολυαναμενόμενη πρώτη συνάντηση της χρονιάς, η ΕΚΤ αναγνώρισε ότι η προοπτική της οικονομίας της ευρωζώνης έχει επιδεινωθεί. Αυτό ήταν αρκετό για να μεταφέρει τις προσδοκίες αναφορικά με το πότε η ΕΚΤ θα αυξήσει τα επιτόκια -ευνοώντας δυνητικά τις τράπεζες- στο μακρινό μέλλον.

«Οι αγορές τώρα τιμολογούν μια ουσιαστικά μελλοντικότερη εκκίνηση της αύξησης των επιτοκίων απ’ ότι πριν τρεις μήνες, με τα μέσα του 2020 να εμφανίζονται ως η στιγμή για το πρώτο βήμα», δήλωσε ο Cathal Kennedy, αναλυτής της RBC Capital.

Αν και η ΕΚΤ έδωσε μια πιο σκοτεινή εκτίμηση για τα ρίσκα που αντιμετωπίζει η οικονομία, είτε από μια επιβραδύνουσα Κίνα, είτε από τις εντάσεις μεταξύ Βρυξελλών και Ιταλίας ή τον κίνδυνο ενός άτακτου Brexit, η κεντρική τράπεζα δεν ήταν αρκετά απαισιόδοξη ώστε να προχωρήσει σε ένα ακόμα γύρο φθηνών δανείων προς τις τράπεζες, ώστε να βοηθήσει να διασφαλιστεί η συνέχιση της προσφοράς πίστωσης.

Τα παραπάνω αφήνουν τους επενδυτές να παρακολουθούν στενά τα στοιχεία για την οικονομία και τον πληθωρισμό της ευρωζώνης πριν από την επόμενη συνάντηση της ΕΚΤ τον Μάρτιο, οπότε κάποιοι πιστεύουν ότι η κεντρική τράπεζα θα γνωστοποιήσει επίσημα τις προβλέψεις της για την πρώτη αύξηση επιτοκίου. Τα στοιχεία για την βιομηχανική παραγωγή τα οποία ανακοινώθηκαν λίγες ώρες πριν μιλήσει ο Μάριο Ντράγκι αύξησαν τους φόβους ότι η ΕΚΤ τερμάτισε το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 2,5 τρισ. ευρώ ακριβώς τη στιγμή που η οικονομία της ευρωζώνης επιβράδυνε.

Είναι ένα σκηνικό το οποίο έχει συνέπειες για όλες τις επενδυτικές κατηγορίες της Ευρώπης. Τα κρατικά ομόλογα της περιοχής διεύρυναν τα κέρδη τους στην σκιά της συνάντησης της ΕΚΤ, καθώς το οικονομικό μομέντουμ αντισταθμίζει τους φόβους ότι το τέλος του QE θα οδηγήσει υψηλότερα τις αποδόσεις (σ.σ. κινούνται αντίστροφα από τις τιμές των ομολόγων). Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς υποχώρησε τέσσερις μονάδες βάσης στο 0,2%.

Ο Michael Herzum επικεφαλής μακροοικονομικών και στρατηγικής στην Union Investment εκτιμά ότι η απόδοση του 10ετους γερμανικού ομολόγου θα φτάσει στο τέλος της χρονιάς το 0,6%, χαμηλότερα από την προηγούμενη πρόβλεψη για 0,8%. Εκτός από την πιο αδύναμη εικόνα της οικονομίας επικαλείται τις ευρωεκλογές ως υποστηρικτικό παράγοντα για τα bunds «ως αντιστάθμιση στην πολιτική αβεβαιότητα».

Τα πολιτικά ρίσκα, ωστόσο, είναι απίθανο να αυξηθούν σε τέτοιο βαθμό που θα πλήξουν τις περισσότερο επικίνδυνες αγορές ομολόγων κρατών της ευρωζώνης. «Περιμένουμε κάποια διεύρυνση του spread στην περιφέρεια την περίοδο των ευρωεκλογών αλλά όχι ουσιαστική αλλαγή στην τιμολόγηση. Περιφερειακές χώρες αναμένεται επίσης να επωφεληθούν από την ανανεωμένη αναζήτηση απόδοσης», δήλωσε ο Iain Stealey του τμήματος σταθερού εισοδήματος στην JPMorgan Asset Management.

Εχοντας υποφέρει από περιόδους πωλήσεων κατά την διάρκεια της περσινής μεταβλητότητας, τα περιφερειακά ομόλογα και το επιχειρηματικό χρέος υψηλής απόδοσης προσφέρουν τώρα ελκυστικές αποδόσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η ήπειρος δεν θα βυθιστεί σε ύφεση.

«Πολλά κακά νέα έχουν τιμολογηθεί στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή», είπε ο Stealey. «Υπάρχει αρκετό «μαξιλάρι» στις αποδόσεις. Αν η Ευρώπη μείνει εδώ που είναι οικονομικά η πτώση στην απόδοση είναι πιθανό να επιστρέψει».

Ενώ η προειδοποίηση της ΕΚΤ έριξε το ευρώ οριακά πάνω από το όριο των 1,13 δολαρίων την Πέμπτη, το χαμηλότερο επίπεδο του μήνα, η γενική συναίνεση (consensus) στην αγορά συναλλάγματος παραμένει. Το νόμισμα αναμένεται να ενισχυθεί κατά τη διάρκεια της χρονιάς και να φτάσει τα 1,2 δολάρια ως το Δεκέμβριο. Είναι μια ετυμηγορία που ενισχύεται από τις προσδοκίες ότι το δολάριο, χωρίς πλέον την στήριξη από τις αυξήσεις επιτοκίων της FED, θα βρεθεί υπό πίεση.

Κάποιοι traders, όμως, στέκονται περισσότερο αρνητικά έναντι του ευρώ. Η HSBC είναι μια από τις λίγες τράπεζες που περιμένει το ενιαίο νόμισμα να πιεστεί περαιτέρω το 2019 ως αποτέλεσμα της ηπιότερης ανάπτυξης και της λιγότερης πίεσης προς την ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια.

«Φαίνεται πως το consensus θα επαναλάβει το λάθος του 2018, αναζητώντας μια σύγκλιση της οικονομικής ανάπτυξης και, κατ’ επέκταση της νομισματικής πολιτικής που δεν πραγματοποιήθηκε. Υποπτευόμαστε ότι αυτό θα γίνει και το 2019», υποστήριξαν οι στρατηγικοί αναλυτές της HSBC, που εκτιμούν ότι το ευρώ θα υποχωρήσει στα 1,1 δολάρια το Δεκέμβριο.

Υπάρχει, πάντως, ένα αντίβαρο σε αυτούς τους αρνητικούς παράγοντες: το ευρώ είναι πιθανό να λάβει ώθηση από το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης. Αυτό οφείλεται στα υφιστάμενα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία σημαίνουν ότι δεν χρειάζεται να εξαρτάται από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης.

«Με τα μεγάλα πλεονάσματα, δεν είναι αδιανόητο ακόμα και μια μικρή αντιστροφή αυτών των κεφαλαιακών εκροών – οδηγούμενων [εν μέρει] από το τέλος του QE… θα βοηθήσουν τα στηριχθεί το ευρώ», είπε ο Andrew Bloomfield της ερευνητικής ομάδας της Record Currency Management.

Αυτοί που περίμεναν ότι ο Μάριο Ντράγκι θα χρησιμοποιήσει την συνάντηση της Πέμπτης για να δώσει σήμα για πιθανή στήριξη στις τράπεζες με ένα εργαλείο που είναι γνωστό ως «στοχευμένες μακροπρόθεσμες πράξεις αναχρηματοδότησης», έμειναν απογοητευμένοι.

Ενας ισχυρός τραπεζικός τομέας είναι ουσιαστικός για να αποτραπεί η μετατροπής μιας κάμψης σε ύφεση, είπε ο Ντράγκι, αλλά θα πρέπει να υπάρξει μια λογική στην αγορά για οποιαδήποτε υποστηρικτική δράση. «Η εξελισσόμενη οικονομική αδυναμία…. ενισχύει το επιχείρημα για επέκταση της στήριξης με ρευστότητα των τραπεζών», λέει ο Edoardo Campanella, αναλυτής της UniCredit.

Οι επενδυτές στις ευρωπαϊκές τράπεζες θα παρακολουθούν τα οικονομικά στοιχεία πολύ πιο προσεκτικά τους επόμενους μήνες.

των Kate Allen και Eva Szalay (Λονδίνο)

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here