«Το μεγάλο τους λάθος ήταν οι ληστείες στην επαρχία. Δεν υπολόγισαν πως στην επαρχία ήταν σαν την “μύγα μες στο γάλα” και ήταν εύκολο σταδιακά να τεθούμε στα ίχνη τους», λέει με νόημα στο real.gr, αστυνομικός που συμμετείχε στην επιχείρηση παρακολούθησης και σύλληψης των 8 ληστών που χτύπησαν το τραπεζικό υποκατάστημα στην Κάτω Τιθορέα.
Από το 2022 είχαν ξεκινήσει την ληστρική δραστηριότητα οι οκτώ νεαροί ληστές, ανάμεσα τους και δυο γυναίκες οι οποίες είχαν επιχειρησιακό ρόλο στην συμμορία. Αρχικά χτυπούσαν σε τραπεζικά υποκαταστήματα στην Αθήνα, με χαρακτηριστική ληστεία τη διπλή σε τράπεζες σε κοντινή απόσταση στην Ν. Ιωνία και συγκεκριμένα στην Λ. Ηρακλείου.
Τα ποσά που αποκόμισαν μικρά. Από 1.000 έως 4.000 ευρώ το ανώτερο. Μάλιστα από τα σημεία των ληστρικών επιδρομών διέφευγαν με ταξί, κάτι που έκανε τον εντοπισμό τους σχεδόν αδύνατο.
Αυτό άλλαξε σε σύντομο χρονικό διάστημα και πλέον οι ληστές με τις έντονες επαφές με τον αντιεξουσιαστικό χώρο, άρχισαν να ταξιδεύουν στην επαρχία, παρατηρώντας τραπεζικά υποκαταστήματα. Σύντομα άρχισαν να χρονομετρούν. Αρχικά την απόσταση που χωρίζει το Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής από το τραπεζικό υποκατάστημα που είχαν βάλει στόχο. Χρονομετρούσαν λοιπόν το διάστημα που θα χρειάζονταν το περιπολικό να φτάσει από το Τμήμα, στο υποκατάστημα το οποίο είχαν επιλέξει να ληστέψουν.

Εν συνεχεία έκαναν μαθηματικούς υπολογισμούς, όσον αφορά στον χρόνο καθυστέρησης του χρονοδιακόπτη που ανοίγει το χρηματοκιβώτιο από τη στιγμή που οι υπάλληλοι θα αναλάβουν εργασία. Παράλληλα παρακολούθησαν στενά τα χρονικά διαστήματα των χρηματαποστολών, κυρίως για την πληρωμή συντάξεων και αγροτικών επιδοτήσεων, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν μια πλήρη εικόνα χώρου, χρόνου και ύψους χρηματικού ποσού προς…απαλλοτρίωση».
Σχεδόν όλα τέλεια δηλαδή, χωρίς όμως να αποφύγουν το λάθος που τελικά θα έδειχνε στους ερευνητές του ελληνικού FBI, τα ίχνη τους. Την αραιοκατοικημένοι ελληνική επαρχία.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, οι Αστυνομικοί του Οργανωμένου Εγκλήματος και συγκεκριμένα του Τμήματος Ληστειών, από τον Απρίλιο του 2025 είχαν έναν κύκλο υπόπτων από τον οποίο, χρησιμοποιώντας αφαιρετική μέθοδο είχαν καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο αριθμό ανθρώπων τους οποίους μάλιστα είχαν θέσει υπό διακριτική παρακολούθηση με κεντρικό πυρήνα την παρέα των οκτώ.
Εκείνη την περίοδο είχε προηγηθεί η ληστεία με λεία «μαμούθ» στην Κατοχή Αιτωλοακαρνανίας, με αποτέλεσμα οι Αστυνομικοί του Οργανωμένου Εγκλήματος να συγκεκριμενοποιήσουν τον κύκλο των υπόπτων, με κεντρικό πυρήνα την ομάδα των οκτώ ατόμων.
Παρά την παρακολούθηση ωστόσο, τα στοιχεία που είχαν στα χέρια τους οι αστυνομικοί για να «δέσουν» την σπείρα ήταν εντελώς ισχνά και βέβαια δεν θα υπήρχε περίπτωση να σταθούν στην ακροαματική διαδικασία, στην περίπτωση που θα έπιαναν πρόωρα τους οκτώ υπόπτους.
Το στοιχείο που χρειάζονταν οι έμπειροι αστυνομικοί του Ληστειών και ουσιαστικά αποτέλεσε την αφετηρία για την άμεση εξάρθρωση και σύλληψη και μάλιστα σχεδόν επ’ αυτοφώρω των ληστών που ήταν μετρ των μεταμφιέσεων, ήρθε το περασμένο Σάββατο και μάλιστα κατά την διάρκεια των παρακολουθήσεων.
είδαν τον φερόμενο αρχηγό της συμμορίας, μαζί με την 26χρονη σύντροφο του κι άλλα δύο άτομα ακόμα, να κινούνται με ένα αυτοκίνητο γνωστής γαλλικής μάρκας, στις περιοχές της Τιθορέας δίνοντας όμως βάση κυρίως στην περιοχή της Κάτω Τιθορέας όπου και λειτουργούσε ένα και μοναδικό τραπεζικό υποκατάστημα.
Αμέσως οι αστυνομικοί κατάλαβαν πως η παρέα των «8» ετοίμαζε κάτι μεγάλο, αλλά ακόμα δεν είχαν προσδιορίσει το στόχο, καθώς οι τέσσερις είχαν κινηθεί σε διάφορες περιοχές κοντά στην Τιθορέα, χωρίς ωστόσο να αντιληφθούν πως βρίσκονταν υπό διαρκή παρακολούθηση.
Οι αστυνομικοί τις επόμενες ημέρες πραγματοποίησαν διασπορά δυνάμεων, στην εν λόγο περιοχή, ενώ έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση κατοικίες στην Αθήνα, ανάμεσα τους και το κρησφύγετο της σπείρας στο Γαλάτσι, αλλά και το εξοχικό τις 26χρονης συντρόφου του φερόμενου αρχηγού στην περιοχή του Λουτρακίου.
Όταν σήμανε ο συναγερμός για την ληστεία στο υποκατάστημα της Κάτω Τιθορέας οι αστυνομικοί, ήταν έτοιμοι να εγκλωβίσουν τους ληστές, οι οποίοι κινήθηκαν από επαρχιακούς δρόμους με δεύτερο αυτοκίνητο διαφυγής που οδηγούσε γυναίκα.
Έτσι οι αστυνομικοί κατάφεραν να τους εγκλωβίσουν σε επαρχιακό δρόμο στο Αλεποχώρι πριν φτάσουν στο Λουτράκι, από όπου ο οπλισμός θα μεταφέρονταν στην Αθήνα από τις δύο γυναίκες, χρησιμοποιώντας λεωφορεία του ΚΤΕΛ για την μετακίνηση τους.


