«Μιλούσε για τον Χάνιμπαλ Λέκτερ, λέγοντας ότι είχε εμμονή μαζί του και ότι αν γινόταν θεατρική παράσταση, θα ήταν ο καλύτερος υποψήφιος για τον ρόλο, επειδή δεν θα χρειαζόταν να κάνει πρόβες», είπε η εισαγγελέας
Ένας 48χρονος άνδρας, ο οποίος φέρεται να είχε εμμονή με τον διαβόητο κινηματογραφικό χαρακτήρα Χάνιμπαλ Λέκτερ, δολοφόνησε τη γειτόνισσά του, διαμέλισε το σώμα της με ηλεκτρικό πριόνι και έθαψε τα λείψανά της σε έναν πρόχειρο, ρηχό τάφο, πριν καυχηθεί σε φίλους του ότι είχε σκεφτεί ακόμη και να τη φάει.
Ο Καρλ Χάτσινγκς κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία της 55χρονης Τζούλι Μπάκλεϊ, την οποία τεμάχισε ύστερα από καβγά. Στη συνέχεια απέκρυψε τη σορό της σε έναν λάκκο που είχε σκάψει ο ίδιος, βάθους μικρότερου του ενός μέτρου.
Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο Δικαστήριο του Κέιμπριτζ κατά τη διαδικασία επιμέτρησης της ποινής του, ο Χάτσινγκς φέρεται να περιέγραψε σε φίλο του με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες το έγκλημα. Όπως είπε, χτύπησε την Μπάκλεϊ με σφυρί και στη συνέχεια τη στραγγάλισε, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι «χρειάστηκαν 24 ώρες για να πεθάνει, γιατί απλώς δεν πέθαινε».
Η εμμονή με τον Χάνιμπαλ Λέκτερ
Η εισαγγελέας Κριστίν Άγκνιου ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε συχνά για τον Χάνιμπαλ Λέκτερ, τον διαβόητο κανίβαλο δολοφόνο της ταινίας «Η Σιωπή των Αμνών».
«Έλεγε ότι είχε εμμονή μαζί του και ότι, αν ανέβαινε θεατρική παράσταση για τον χαρακτήρα, θα ήταν ο ιδανικός για τον ρόλο, γιατί δεν θα χρειαζόταν να κάνει πρόβες. Υποστήριζε ότι γνώριζε τους διαλόγους των ταινιών λέξη προς λέξη», ανέφερε η εισαγγελέας.
Σύμφωνα με την ίδια, ο Χάτσινγκς φέρεται να δήλωσε ότι είχε φιμώσει το θύμα του και ότι θα μπορούσε να το είχε φάει, αλλά δεν ήθελε να βάλει αυτό το «τοξικό άτομο» μέσα στο σώμα του.
«Είπε ακόμη ότι θα μπορούσε ευχαρίστως να απολαύσει ένα “δείπνο με μπριζόλα” εκείνο το βράδυ», σημείωσε η εισαγγελέας.
Οι δηλώσεις αυτές παρέπεμψαν ευθέως στην εμβληματική σκηνή της ταινίας «Η Σιωπή των Αμνών», όπου ο Λέκτερ, τον οποίο υποδύθηκε ο Άντονι Χόπκινς, περιγράφει με ψυχραιμία μια πράξη κανιβαλισμού.

Η εξαφάνιση που οδήγησε στην αποκάλυψη
Η υπόθεση ήρθε στο φως όταν οι αστυνομικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα τον Φεβρουάριο του 2024, έπειτα από ανησυχίες για την τύχη της Τζούλι Μπάκλεϊ.
Οι αστυνομικοί εντόπισαν ίχνη αίματος στο σπίτι όπου διέμενε η γυναίκα στο Κράιστσερτς. Οι εργαστηριακές εξετάσεις επιβεβαίωσαν ότι το αίμα ανήκε στην ίδια.
Η τελευταία επιβεβαιωμένη εμφάνιση της Μπάκλεϊ είχε καταγραφεί στις 28 Ιανουαρίου από κάμερες ασφαλείας σε σούπερ μάρκετ της περιοχής, όπου είχε μεταβεί για αγορές.
Παρά το γεγονός ότι η σορός της δεν είχε εντοπιστεί, οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψη και απαγγελία κατηγορίας για ανθρωποκτονία σε βάρος του Χάτσινγκς στις 13 Φεβρουαρίου, σε μια σπάνια υπόθεση χωρίς την ύπαρξη πτώματος.
Τελικά, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και μία ημέρα μετά την ομολογία του, ο κατηγορούμενος παρέδωσε μέσω των δικηγόρων του χάρτη που υπεδείκνυε το σημείο όπου είχε κρύψει τα λείψανα του θύματος.

O Καρλ Χάτσινγκς
Οι φρικιαστικές αποκαλύψεις φίλων και γνωστών
Το δικαστήριο άκουσε ότι ο Χάτσινγκς και η Μπάκλεϊ ήταν φίλοι, συγκατοικούσαν και αντιμετώπιζαν προβλήματα εξάρτησης από σκληρά ναρκωτικά.
Λίγο μετά τη δολοφονία, ο δράστης άρχισε να μιλά ανοιχτά σε γνωστούς του για όσα είχε κάνει.
Μία φίλη του, η Κάρολαϊν Πάρκερ, κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ενθουσιασμένος και σχεδόν παιχνιδιάρικος όταν της περιέγραφε το έγκλημα.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, της είπε ότι είχε χτυπήσει το θύμα με σφυρί και το είχε στραγγαλίσει, ενώ ισχυρίστηκε ότι το διαμέλισε σε δεκάδες κομμάτια και το έθαψε την επόμενη ημέρα.
Η εισαγγελέας αποκάλυψε ακόμη ότι ο Χάτσινγκς χαρακτήρισε τη δολοφονία ως «όνειρο ζωής», προσθέτοντας ότι η εμπειρία έμοιαζε με ναρκωτικό, αλλά ότι δεν θα μπορούσε να εθιστεί σε αυτή.
Σε άλλη συνομιλία φέρεται να είπε σε φίλο του: «Αν θέλεις να σκοτώσω κάποιον για λογαριασμό σου, μπορώ να το κάνω».

H Τζούλι Μπάκλεϊ
Το κίνητρο της επίθεσης
Σύμφωνα με την εισαγγελία, η αφορμή για τη δολοφονία ήταν μια διαμάχη που σχετιζόταν με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, ο Χάτσινγκς εξοργίστηκε επειδή η Μπάκλεϊ αρνήθηκε να τον μεταφέρει για να προμηθευτεί τη συνταγογραφημένη ουσία που αναζητούσε, ενώ παράλληλα κατανάλωνε τα δικά της ναρκωτικά μπροστά του χωρίς να του δίνει.
Μετά τη δολοφονία, πούλησε το αυτοκίνητο της γυναίκας έναντι 500 λιρών και χρησιμοποίησε την τραπεζική της κάρτα για αγορές αλκοόλ και αναλήψεις μετρητών από καταστήματα και ΑΤΜ της περιοχής.
Τα ευρήματα της αστυνομικής έρευνας
Κατά την έρευνα στο σπίτι του κατηγορουμένου, οι αστυνομικοί εντόπισαν εκτεταμένα ίχνη αίματος σε καναπέ, ενώ βρέθηκαν επίσης ίχνη σε νιπτήρα.
Παράλληλα, το μπάνιο και το ντους ήταν εξαιρετικά καθαρά, γεγονός που δημιούργησε υποψίες ότι είχε προηγηθεί σχολαστικός καθαρισμός του χώρου.
Στον κήπο βρέθηκαν υπολείμματα φωτιάς, μέσα στα οποία εντοπίστηκαν τμήματα χαλιού που ταίριαζαν με κομμάτι που έλειπε από το σαλόνι του σπιτιού, καθώς και κομμάτια από χαλί και ρούχα.
Σημαντικό στοιχείο της έρευνας αποτέλεσε και η ανακάλυψη ενός ηλεκτρικού πριονιού. Πάνω στο εργαλείο βρέθηκαν τρίχες, ενώ γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στη λαβή του ενδέχεται να ανήκε στο θύμα.
Παρά τα στοιχεία, οι αρχές συνέχισαν για μήνες τις έρευνες για την τύχη της γυναίκας μέχρι να λάβουν τις πληροφορίες που οδήγησαν στον εντοπισμό του τάφου.
Ο εντοπισμός της σορού
Η αστυνομία βρήκε τα λείψανα της Μπάκλεϊ σε αγροτική περιοχή στο Γουίμπλινγκτον.
Ο τάφος είχε ανοιχτεί με εργαλεία και ήταν ιδιαίτερα ρηχός. Μέσα του βρέθηκαν τα λείψανα της γυναίκας, η οποία εκτιμάται ότι δολοφονήθηκε μεταξύ της 29ης και της 30ής Ιανουαρίου.
Η νεκροψία αποκάλυψε πολλαπλά τραύματα στο κρανίο από αμβλύ αντικείμενο, καθώς και κατάγματα στα πλευρά, στη μύτη και στο αριστερό χέρι. Οι ειδικοί εκτίμησαν ότι το τελευταίο πιθανότατα προκλήθηκε όταν το θύμα προσπάθησε να προστατευθεί από τα χτυπήματα.
Κανένα από τα τραύματα δεν κρίθηκε άμεσα θανατηφόρο, γεγονός που σημαίνει ότι η Μπάκλεϊ ενδέχεται να παρέμεινε ζωντανή για αρκετές ώρες μετά την επίθεση.
«Αφού αφαίρεσε τη ζωή της Τζούλι Μπάκλεϊ, δεν της επέτρεψε ούτε έναν αξιοπρεπή θάνατο», τόνισε η εισαγγελέας. «Την έγδυσε, τη διαμέλισε και έθαψε τα λείψανά της σε έναν πρόχειρο, ρηχό τάφο».
Η υπερασπιστική γραμμή
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε επί σειρά ετών σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και εξάρτησης από ουσίες, τα οποία τον είχαν οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση.
Η συνήγορός του υποστήριξε ότι ο Χάτσινγκς είχε επιτρέψει στη Μπάκλεϊ να μείνει μαζί του επειδή τη λυπόταν και γνώριζε πώς είναι να αισθάνεται κανείς ανεπιθύμητος.
Κατά την ίδια, η επίθεση ήταν αυθόρμητη και ο πελάτης της είχε πρόθεση να προκαλέσει σοβαρή σωματική βλάβη, όχι να σκοτώσει.
Ωστόσο, το δικαστήριο άκουσε ότι ο κατηγορούμενος καθυστέρησε για μήνες να αποκαλύψει πού είχε κρύψει τη σορό και ότι αποφάσισε να συνεργαστεί πλήρως μόνο όταν έγινε σαφές πως δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί μειωμένο καταλογισμό λόγω ψυχικής κατάστασης.
Ο δικαστής σχολίασε χαρακτηριστικά ότι χρειάστηκαν εννέα μήνες για να αποκαλύψει το σημείο απόκρυψης των λειψάνων και ότι η ομολογία του ήρθε μόλις δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη της δίκης. Η απόφαση για την ποινή του Καρλ Χάτσινγκς αναμένεται να ανακοινωθεί την Πέμπτη.


