Γάλλοι και Έλληνες ερευνητές δημοσίευσαν στο Journal of Archaeological Science μια μελέτη που αποδεικνύει ότι τα σπάνια σιδερένια δαχτυλίδια της Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα κατασκευάστηκαν από μέταλλο που έπεσε από τον ουρανό.
Ένα αρχαιολογικό μυστήριο δεκαετιών, σχετικό με την προέλευση των πολύτιμων αντικειμένων που συνόδευαν τους ηγεμόνες του αιγαιακού πολιτισμού στον άλλο κόσμο, φαίνεται επιτέλους ότι διαλευκάνθηκε.
Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ανασκαφές σε μινωικούς και μυκηναϊκούς τάφους έφερναν στο φως ορισμένα εξαιρετικά σπάνια σιδερένια δαχτυλίδια, τα οποία δημιουργούσαν έντονο προβληματισμό στους επιστήμονες. Την εποχή εκείνη, ο μπρούντζος ήταν το κυρίαρχο μέταλλο της καθημερινότητας, ενώ η τεχνολογία εξόρυξης και επεξεργασίας του επίγειου σιδήρου δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί ευρέως, κάτι που συνέβη μόνο σε μεταγενέστερες εποχές.
Δικαιολογημένα γεννήθηκε το ερώτημα: γιατί τα πιο ισχυρά μέλη της αριστοκρατίας, όπως οι βασιλιάδες και οι ιερείς, επέλεγαν ένα μέταλλο τόσο δύσκολο στην κατεργασία για να κατασκευάσουν τις σφραγίδες και τα δαχτυλίδια που επεδείκνυαν το κύρος τους;
Μια δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Archaeological Science φέρνει στο φως μια εντελώς νέα διάσταση που είχε διαφύγει από τις μέχρι τώρα υποθέσεις των ειδικών. Ο σίδηρος αυτός δεν εξορύχθηκε από κάποιο επίγειο ορυχείο. Έπεσε απευθείας από τον ουρανό.
Πενταετής έρευνα στα ελληνικά μουσεία
Η επιστημονική ομάδα χρειάστηκε πέντε ολόκληρα χρόνια συστηματικής δουλειάς, εξετάζοντας τριάντα τρεις αρχαιολογικούς χώρους και δεκαεννέα ελληνικά μουσεία. Επικεφαλής αυτής της προσπάθειας ήταν ο Matthieu Gounelle από το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στη Γαλλία και η Ελένη Μαντζουράνη από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Βασικός τους στόχος ήταν να δώσουν απάντηση στο ερώτημα αν οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι αξιοποίησαν τον μετεωριτικό σίδηρο, καθορίζοντας ταυτόχρονα το ακριβές χρονικό σημείο που άρχισε η τήξη του επίγειου μεταλλεύματος.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ερευνητές ανέλυσαν ενενήντα ένα σιδερένια αντικείμενα που χρονολογούνται από τη Μέση και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, αλλά και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Για την ανάλυση επιστρατεύτηκε η φορητή τεχνική φθορισμού ακτίνων Χ.

Επιλογή κοσμημάτων από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (L), την Υπομινωική/Υπομυκηναϊκή (S) και την Πρωτογεωμετρική (P) εποχή.
Matthieu Gounelle, Ελένη Μαντζουράνη
Η συγκεκριμένη μέθοδος επέτρεψε στους επιστήμονες να «διαβάσουν» με ακρίβεια τη χημική σύνθεση κάθε τεχνουργήματος χωρίς να προκαλέσουν την παραμικρή φθορά, εξέλιξη καθοριστική αν αναλογιστεί κανείς την τεράστια σπανιότητα και την ευθραυστότητα των ευρημάτων.
Η χημική υπογραφή του νικελίου και τα ταφικά κτερίσματα
Τα αποτελέσματα των μετρήσεων αποκάλυψαν κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Δεκατρία από τα δαχτυλίδια που εξετάστηκαν ξεχώρισαν αμέσως εξαιτίας της ιδιαίτερα υψηλής περιεκτικότητάς τους σε νικέλιο. Το συγκεκριμένο χημικό στοιχείο αφθονεί στους σιδηρομετεωρίτες, κι όμως σπανίζει στον τετηγμένο σίδηρο που προέρχεται από τη γη. Σύμφωνα με τα ευρήματα, εννέα από αυτά τα αντικείμενα παρουσιάζουν ακλόνητες ενδείξεις μετεωριτικής προέλευσης, ένα θεωρείται πιθανός υποψήφιος, ενώ τα υπόλοιπα τρία χρήζουν περαιτέρω εργαστηριακής εξέτασης. Συνολικά, περίπου το 14% των αντικειμένων που αναλύθηκαν περιείχε σημαντικές ποσότητες νικελίου.

Επιλογή σιδερένιων μαχαιριών, στιλέτων και ξίφων από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (L) και την Υπομινωική/Υπομυκηναϊκή εποχή (S).
Matthieu Gounelle, Ελένη Μαντζουράνη
Την ίδια ώρα, η τοποθεσία ανακάλυψής τους επιβεβαιώνει την τεράστια κοινωνική τους αξία. Σχεδόν όλα τα δαχτυλίδια βρέθηκαν μέσα σε θολωτούς και θαλαμωτούς τάφους, δηλαδή σε ταφικά μνημεία που προορίζονταν αποκλειστικά για τα πλουσιότερα μέλη της κοινότητας. Συνοδεύονταν από χρυσά σκεύη, περίτεχνα κοσμήματα από κεχριμπάρι και σκαλιστές πέτρινες σφραγίδες. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ένα δαχτυλίδι που εντοπίστηκε στην Ανεμοσπηλιά της Κρήτης, το οποίο βρέθηκε στο δάχτυλο ενός άνδρα που ερμηνεύεται ως υψηλόβαθμος ιερέας ενός μινωικού ιερού.
Ουράνια πρώτη ύλη από την κοιλάδα του Νείλου
Όλα τα δαχτυλίδια διέθεταν διευρυμένη στεφάνη και στη συντριπτική τους πλειονότητα συνδύαζαν τον μετεωριτικό σίδηρο με πολύτιμα μέταλλα όπως ο χρυσός, το ασήμι ή ο χαλκός. Αυτή η κατασκευαστική τεχνική πιστοποιεί ότι δεν επρόκειτο για απλά καθημερινά εργαλεία, αλλά για αντικείμενα επίδειξης ισχύος που συμβόλιζαν το αξίωμα των βασιλιάδων και της αριστοκρατίας. Αλλά από πού προήλθε αυτή η «ουράνια» πρώτη ύλη;
Οι μετεωρίτες είναι εξαιρετικά σπάνιοι στον ελλαδικό χώρο. Όπως ανακοινώθηκε από τους ερευνητές, οι θαλάσσιες εμπορικές οδοί της εποχής συνέδεαν στενά το Αιγαίο με την Αίγυπτο. Εκεί, οι ξηρές συνθήκες της ερήμου ευνόησαν ιστορικά τη διατήρηση των πτώσεων μετεωριτών. Έτσι, η κοιλάδα του Νείλου προκρίνεται ως η πλέον πιθανή πηγή προέλευσης του σιδήρου που χρησιμοποίησαν οι τεχνίτες της εποχής.


