Νοσοκομειακές ασφαλίσεις: Τι ισχύει για την αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου;

Οι όροι που αφορούν τις αυξήσεις των ασφαλίστρων νοσοκομειακής κάλυψης έχουν αποτελέσει αντικείμενο έντονης αντιδικίας των καταναλωτών και των ενώσεών τους με τις ασφαλιστικές εταιρίες. Ήδη, άλλωστε, από το 2001 οι σχετικοί όροι κρίθηκαν με απόφαση του Αρείου Πάγου καταχρηστικοί. Ωστόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν, οι εταιρίες δεν συμμορφώθηκαν προς τις επιταγές διαφάνειας που προέκυπταν από τη νομοθεσία και τη νομολογία. Τα ασφαλιστήρια εξακολουθούσαν να εμπεριέχουν μονομερείς όρους, συχνά απλώς μόνο πιο φλύαρους, δίχως όμως και πάλι να εξαρτούν τη διαμόρφωση του ασφαλίστρου από εύλογα και προσβάσιμα στον καταναλωτή κριτήρια.

Το πρόβλημα επιδεινώθηκε ιδίως στα χρόνια της κρίσης, όταν, παρά το γεγονός ότι οι μισθοί και οι συντάξεις υποχώρησαν, όπως άλλωστε και οι δείκτες της Στατιστικής Αρχής που κατέγραφαν τις μεταβολές του κόστους στις υπηρεσίες υγείας, πολλές εταιρίες εξακολουθούσαν να επιβάλλουν μεγάλες και αδικαιολόγητες αυξήσεις.

Η συμπεριφορά αυτή των ασφαλιστικών εταιριών προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, και την παρέμβαση των εποπτικών αρχών, για το προκείμενο ζήτημα της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή, που οδήγησε μάλιστα στην επιβολή κυρώσεων για χρήση καταχρηστικών όρων. Παράλληλα, το Υπουργείο Ανάπτυξης προχώρησε, ήδη από το 2011, με βάση εξουσιοδοτική διάταξη νόμου, στην απαγόρευση χρήσης των μονομερών αυτών όρων, καθιστώντας έτσι τους όρους αυτούς όχι απλά καταχρηστικούς αλλά και μη νόμιμους.

Τα τελευταία χρόνια έχει εκδοθεί ένα πλήθος αποφάσεων από πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια που δεν αφήνουν αμφιβολία για τη μη νομιμότητα της ακολουθούμενης από ασφαλιστικές εταιρίες παραπάνω πρακτικής.

Καταρχήν, τα πολιτικά δικαστήρια επιβεβαιώνουν, με συνεχείς αποφάσεις, την καταχρηστικότητα των όρων. Το σημαντικό όμως είναι ότι πλέον προβαίνουν στην ερμηνευτική κάλυψη του κενού που αφήνει η ακυρότητα των όρων και διατάσσουν, με βάση τους αντικειμενικούς δείκτες που υιοθετούν, την επιστροφή του αδικαιολόγητου μέρους από τα καταβληθέντα ασφάλιστρα στους καταναλωτές, ενώ και το ασφάλιστρο διαμορφώνεται εφεξής σε χαμηλότερα επίπεδα (ενδεικτικά ΠΠΑ 2350/2019, ΜΠΑ 9473/2019, ΠΠΑ 1025/2018, ΠΠΑ 1539/2018, ΠΠΑ 244/2018, ΠΠΑ 1227/2016, ΠΠΑ 4065/2015, ΕφΑθ 4108/2012 κ.ά.).

Κατά δεύτερον, τα διοικητικά δικαστήρια επιβεβαιώνουν ομοίως την παράβαση της απαγόρευσης χρήσης καταχρηστικών όρων, κρίνοντας ορθές τις διοικητικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν, μετριάζοντας απλώς, σε κάποιες περιπτώσεις, το ύψος τους (ενδ. ΔΕφΑθ 4197/2017, ΔΠΑ 12741/2019, 3902/2016).

Κατά τρίτον, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τη με αριθμό 552/2019 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως μεγάλης ασφαλιστικής εταιρίας που αμφισβητούσε τη νομιμότητα της παραπάνω υπουργικής απόφασης.

Έτσι, οι μακροχρόνιες νοσοκομειακές καλύψεις αποδεικνύονται, έστω και μετά από δικαστικό αγώνα των ασφαλισμένων για την αποκατάσταση της διαφάνειας, ασφαλείς, οδηγώντας, στο τέλος, σε ένα λογικό ασφάλιστρο. Δεν είναι, εξάλλου, και λίγες οι εταιρίες, οι οποίες αντιλαμβανόμενες το πρόβλημα, περιορίζονται σε μετριοπαθείς μεταβολές ή επιδεικνύουν διαλλακτική διάθεση απέναντι στα παράπονα των καταναλωτών. Γι’ αυτό και οι καταναλωτές έχουν κάθε λόγο να διαφυλάξουν και να διακρατήσουν τις μακροχρόνιες αυτές ασφαλίσεις.

Από την άλλη, εταιρίες, είτε για να παρακάμψουν τις παραπάνω απαιτήσεις διαφάνειας, είτε για τεχνικούς/αναλογιστικούς λόγους, επιλέγουν την προώθηση στην αγορά των ετησίως ανανεούμενων συμβολαίων για τις νοσοκομειακές καλύψεις. Δεν είναι μάλιστα λίγα τα παράπονα καταναλωτών για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, προκειμένου να κατευθυνθούν οι παλαιοί ασφαλισμένοι στα προγράμματα αυτά. Οι διαμεσολαβούντες οφείλουν, αν όχι να συμβουλεύουν τους καταναλωτές να κρατήσουν τις μακροχρόνιες ασφαλίσεις, πάντως, να τους διαφωτίζουν για τα μειονεκτήματα της αλλαγής. Διαφορετικά έχουν σοβαρές, καταρχήν, αστικές ευθύνες. Αν δε οι παραλείψεις είναι σκόπιμες και υποθάλπονται από κρυφές αμοιβές, τότε διευρύνεται όχι μόνο ο κύκλος των υπευθύνων αλλά και η έκταση (τα είδη) της ευθύνης.

Τα ετήσια προγράμματα βρίθουν από μονομερείς όρους, όχι μόνο όσον αφορά τη διαμόρφωση του ασφαλίστρου, αλλά και των ειδικότερων παροχών. Έχοντας διανύσει ήδη κάποια αξιόλογη διάρκεια παρουσίας στη συναλλακτική ζωή, τα μειονεκτήματά τους γίνονται πλέον αντιληπτά και από τους ασφαλισμένους. Όχι μόνο μειώνονται στην πορεία παροχές αλλά και οι αυξήσεις που κατ’ έτος πραγματοποιούνται είναι τελικά μεγάλες. Ήδη, πρόσφατα μάλιστα, σε κάποιες εταιρίες (σχεδόν) διψήφιες σε ποσοστό.

Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να θεωρήσουν οι ασφαλιστικές εταιρίες ότι διαθέτοντας «ετησίως» ανανεούμενες ασφαλίσεις, ξεφορτώνονται τις υποχρεώσεις διαφάνειας. Για λόγους προφανείς οι νοσοκομειακές ασφαλίσεις δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τις συνήθεις ασφαλίσεις ζημιών. Είναι απολύτως δικαιολογημένη η προσδοκία του ασφαλισμένου για μακροχρόνια κάλυψη, την οποία, άλλωστε, και οι ασφαλίσεις αυτές πραγματεύονται. Οι εταιρίες οφείλουν, γι’ αυτό, να τις οργανώνουν και να τις διαθέτουν με διαφάνεια αλλά και να τις διαχειρίζονται με σύνεση.

Άρθρο του Δημήτρη Σπυράκου (Διδάκτωρ Νομικής – Δικηγόρος, πρώην Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή) | Πηγή άρθρου: nextdeal.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here